Συνέντευξη της Ελισάβετ Προδρόμου Γενικής Διευθύντριας
της Bristol-Myers Squibb Ελλάδας και Γ.Γ. ΔΣ του PIF για τη φαρμακευτική πολιτική
healthreport.gr, 5-5-2026
Στα όριά τους είναι πολλές φαρμακευτικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας, ενώ ήδη έχουμε τα πρώτα δείγματα με αποσύρσεις φαρμάκων αλλά και αποχώρηση επιχειρήσεων από την Ελλάδα, τονίζει σε συνέντευξή της στο HealthReport.gr η Ελισάβετ Προδρόμου, Γενική Διευθύντρια της Bristol-Myers Squibb Ελλάδας και Γενική Γραμματέας ΔΣ του Pharma Innovation Forum (PIF).
Η κ.Προδρόμου υπογραμμίζει χαρακτηριστικά ότι ήδη «ορισμένες εταιρείες περιορίζουν την άμεση παρουσία τους στη χώρα μας», αφού όπως εξηγεί η υπερφορολόγηση των επιχειρήσεων αλλά και η λογιστική λογική που διακατέχει τη φαρμακευτική πολιτική, δεν αφήνει περιθώρια.
Αναλυτικά η συνέντευξη της Ελισάβετ Προδρόμου στο HealthReport.gr.
Κυρία Προδρόμου, είστε ένα στέλεχος με μακρά εμπειρία στο φαρμακευτικό κλάδο. Πως βλέπετε να εξελίσσεται η φαρμακευτική πολιτική όλα αυτά τα χρόνια και σε ποιο σημείο βρισκόμαστε σήμερα;
Ξεκίνησα την πορεία μου πριν από 23 χρόνια, σε ένα περιβάλλον πολύ διαφορετικό: με τις δικές του στρεβλώσεις και αδυναμίες αλλά σαφέστατα πιο σταθερό, πιο προβλέψιμο και με ρυθμούς αλλαγής που σήμερα μοιάζουν αργοί.
Σήμερα ζούμε μια εποχή έντονων αντιθέσεων. Από τη μία, ο ρυθμός της φαρμακευτικής καινοτομίας είναι αλματώδης με άπαξ χορηγούμενες θεραπείες που σε ορισμένες κατηγορίες ασθενών μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και σε ίαση, με θεραπείες ορόσημα που άλλαξαν ριζικά την ζωή των ασθενών και την καθημερινότητα εκατοντάδων ανθρώπων δίπλα τους.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το μελάνωμα, μια νόσος που στο παρελθόν είχε ελάχιστες θεραπευτικές επιλογές και εξαιρετικά δυσμενή πρόγνωση, όμως χάρη στην ανοσο-oγκολογία σήμερα ακόμη και ασθενείς με μεταστατική νόσο έχουν την ευκαιρία να ζουν περισσότερα και πιο ποιοτικά χρόνια, να εργάζονται και να απολαμβάνουν τη ζωή τους.
Από την άλλη, οι προϋπολογισμοί υγείας πιέζονται ασφυκτικά λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και μια φαρμακευτική πολιτική που προσπαθεί να ισορροπήσει και να αποφασίσει ποιο δρόμο θα ακολουθήσει ανάμεσα στην βιωσιμότητα και την πρόσβαση.
Παρά τις προκλήσεις, παραμένω αισιόδοξη. Η επιστήμη έχει αποδείξει τι μπορεί να πετύχει όταν της δοθεί ο κατάλληλος χώρος και κεντρικός πυρήνας κάθε πολιτικής πρέπει να παραμένει ο ασθενής.
Στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε μία διαχρονική πρόκληση που σχετίζεται με το clawback. Ως δημοσιογράφος υγείας ακούω για αυτό το «προσωρινό» μέτρο ρύθμισης της αγοράς για πάνω από μια δεκαετία και για περίπου τα μισά από αυτά τα χρόνια ότι αυτό εμποδίζει την είσοδο νέων φαρμάκων στην αγορά. Παρόλα αυτά νέα φάρμακα έρχονται στην ελληνική αγορά. Τελικά, πόσο αλήθεια κρύβουν αυτές οι ανακοινώσεις;
Clawback είναι ο επίσημος δημοσιονομικός όρος. Όμως στην ουσία πρόκειται για υπερφορολόγηση εταιρειών που έρχονται να προσφέρουν καινοτόμες λύσεις σε ασθενείς που τις χρειάζονται.
Στην πράξη, το ερώτημα ποια φάρμακα χρειάζονται οι ασθενείς και τι μπορεί να καλύψει η Πολιτεία δεν απαντάται με βάση τα δεδομένα ή τις πραγματικές ανάγκες υγείας. Απαντάται μέσω μιας λογιστικής λογικής που μετακυλίει το κόστος στις εταιρείες καινοτομίας, αποδίδοντάς τους ευθύνες για θεραπευτικές επιλογές και δαπάνες που αποφασίζονται από το ίδιο το σύστημα.
Εταιρείες και προϊόντα καινοτομίας αντιμετωπίζονται υπό το πρίσμα βιομηχανικής και όχι φαρμακευτικής πολιτικής και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επιπρόσθετη κλινική τους αξία και η συμβολή τους στην υγεία και την ζωή χιλιάδων ανθρώπων.
Στην Ελλάδα όμως, ό,τι σχεδιάζεται ως προσωρινό, συχνά γίνεται μόνιμο και το clawback αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ξεκίνησε ως έκτακτο μέτρο, αλλά εξελίχθηκε στον βασικό μηχανισμό ελέγχου της δαπάνης για πάνω από μια δεκαετία καθώς είναι η εύκολη λύση, φέρνοντας στα όρια τους δεκάδες εταιρείες καινοτομίας και υποθηκεύοντας το μέλλον τους και τη συνέχιση των θεραπειών στην Ελλάδα.
Στην χώρα μας επιβάλλονται οι υψηλότερες συνολικές επιβαρύνσεις στην Ευρώπη, κάτι που θέτει εύλογο ερώτημα βιωσιμότητας. Κατά πόσο μπορεί μια αγορά να συνεχίσει να λειτουργεί ομαλά όταν η πραγματική αποζημίωση βρίσκεται στο ένα τρίτο της τιμής εκκίνησης;
Οι συνέπειες πλέον είναι ορατές. Πρόσφατα αποσύρθηκαν τρία ογκολογικά/αιματολογικά φάρμακα λόγω μη βιωσιμότητας, ενώ ορισμένες εταιρείες περιορίζουν την άμεση παρουσία τους στην χώρα. Αυτά τα στοιχεία αποτελούν σαφή δείγματα ενός συστήματος που χρειάζεται άμεση προσαρμογή.
Τι είναι αυτό που χρειάζεται να αλλάξει στη φαρμακευτική πολιτική;
Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το τελευταίο διάστημα έχουν γίνει ορισμένα σημαντικά βήματα.
Μια από τις πιο ουσιαστικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών είναι το Ταμείο Μεταβατικής Αποζημίωσης. Ένας μηχανισμός ταχείας πρόσβασης με ξεχωριστό προϋπολογισμό 50 εκατ. ευρώ, αποκλειστικά για γονιδιακές και κυτταρικές θεραπείες (ATMPs) και για φάρμακα με χαρακτηρισμό PRIME.
Η υλοποίηση της συγκεκριμένης μεταρρύθμισης αφενός δεν εξαντλείται με τη ψήφιση του νόμου και αφετέρου πρέπει να επιταχυνθεί, κυρίως γιατί στο τέλος της διαδρομής υπάρχουν ασθενείς που περιμένουν.
Η αναθεώρηση της διαδικασίας HTA είναι επίσης σημαντική, καθώς κινείται προς μεγαλύτερη εναρμόνιση με την Ε.Ε.. Το σύστημα πρέπει να αναγνωρίζει έμπρακτα την προστιθέμενη αξία μιας καινοτόμου θεραπείας και να επενδύει στη δίκαιη αποζημίωσή του βάσει τεκμηριωμένου κλινικού οφέλους.
Όμως, η απόσταση που καλύπτουν αυτές οι παρεμβάσεις είναι πολύ μικρότερη από τις πραγματικές ανάγκες, ενώ η απόκλιση στη χρηματοδότηση δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζεται σαν ένα κλαδικό ζήτημα ή μία τεχνική λεπτομέρεια αλλά σαν ένα μείζον ζήτημα φαρμακευτικής πολιτικής.
Στην κατεύθυνση αυτή, χρειαζόμαστε μια ουσιαστική αλλαγή φιλοσοφίας στη φαρμακευτική πολιτική, με ξεκάθαρες και ρεαλιστικές παρεμβάσεις. Και η βιοφαρμακευτική καινοτομία έχει αποδείξει διαχρονικά ότι προσέρχεται στο δημόσιο διάλογο με πνεύμα συνεργασίας και προτάσεων προς την κατεύθυνση όχι της σπατάλης του δημόσιου προϋπολογισμού άλλα της καλύτερης αξιοποίησής του προς όφελος των ασθενών και του κράτους.
Πρώτον, απαιτείται ενίσχυση της δημόσιας φαρμακευτικής χρηματοδότησης, ώστε η ασφυκτική υπερφορολόγηση να αποκλιμακωθεί σε βιώσιμα επίπεδα και να πάψει να λειτουργεί ως μόνιμος μηχανισμός άντλησης πόρων.
Δεύτερον, είναι κρίσιμο να αποκατασταθεί η προβλεψιμότητα για την καινοτομία, αποφεύγοντας στρεβλές παρεμβάσεις όπως ο συνεχής κατακερματισμός των προϋπολογισμών. Νεότερες θεραπείες για τις οποίες υπάρχει η πρόθεση να έλθουν στην χώρα, οδηγούνται σε ασφυξία και σε αποφάσεις μη κυκλοφορίας τους πριν καν αξιολογηθούν για την επιστημονική τους αξία.
Τρίτον, το κράτος οφείλει να αναλαμβάνει το κόστος οποιουδήποτε μέτρου προστατευτισμού και να μη μετατοπίζει αυτό το φορτίο στις ήδη επιβαρυμένες εταιρείες μας.
Παράλληλα, πρέπει να επενδύσουμε συστηματικά σε διαρθρωτικά εργαλεία: μητρώα ασθενών, ψηφιακό φάκελο υγείας, θεραπευτικά πρωτόκολλα και σύγχρονα σχήματα αποζημίωσης, όπως συμφωνίες βάσει εκβάσεων και επιμερισμού κινδύνου, ώστε η Πολιτεία να ανταμείβει την πραγματική αξία που παράγεται στην πράξη και όχι ένα οριζόντιο ποσοστό που προκύπτει από τις τάσεις του clawback.
Πουθενά στα σύγχρονα υγειονομικά συστήματα μια θεραπεία δεν κρίνεται αποκλειστικά με βάση ένα ποσοστό έκπτωσης που εξαρτάται από το clawback, αλλά μόνο από το πόσες ζωές μπορεί να σώσει, πόσες να βελτιώσει και από το πόσοι ασθενείς θα επιστρέψουν νωρίτερα στην εργασία, στην παραγωγικότητα και στην οικογένειά τους.
Ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Pharma Innovation Forum, πώς αντιλαμβάνεστε τον ρόλο των φαρμακευτικών συνδέσμων στην Ελλάδα και κατά πόσο μπορούν να συνδράμουν στην επίλυση αυτών των αδιεξόδων;
Το Pharma Innovation Forum (PIF) αποτελεί έναν κρίσιμο θεσμό για την προώθηση ενός σύγχρονου και βιώσιμου πλαισίου πρόσβασης στη φαρμακευτική καινοτομία στην Ελλάδα. Εκπροσωπεί πλέον 31 ηγέτιδες φαρμακευτικές εταιρείες και διαδραματίζει ένα ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας τεκμηριωμένης και αξιόπιστης φαρμακευτικής πολιτικής.
Στη σημερινή συγκυρία απαιτείται ένας σταθερός, πολυετής οδικός χάρτης συνεργασίας Πολιτείας και φαρμακοβιομηχανίας, με σαφείς δεσμεύσεις και από τις δύο πλευρές. Χωρίς αυτή τη συνολική προσέγγιση, το σύστημα θα συνεχίσει να ανακυκλώνει τα ίδια προβλήματα, με τελικό αποδέκτη τον ασθενή και με διακύβευμα την πρόσβασή του στην καινοτομία. Άλλα κράτη έχουν αντιληφθεί την ανάγκη και προσαρμόζονται ανάλογα.
Πρόσφατα, η βρετανική κυβέρνηση συνεργάστηκε στενά με τον κλάδο οδηγώντας στην πρώτη αύξηση του cost‑effectiveness threshold μετά από δύο δεκαετίες. Η αλλαγή αυτή στοχεύει στη βελτίωση του περιβάλλοντος καινοτομίας και διευκολύνει την έγκριση 3–5 επιπλέον νέων φαρμάκων, ετησίως. Το παράδειγμα δείχνει πώς μια συνεργασία μεταξύ κυβέρνησης και φαρμακευτικών εταιρειών μπορεί να βελτιώσει την πρόσβαση και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα του συστήματος υγείας.
Ένα άλλο εξαιρετικό παράδειγμα θεσμοθετημένου διαλόγου έχουμε από τη Γερμανία. Το 2025 εγκαινιάστηκε το «Pharmaceutical and Medical Technology Dialogue», μια δομημένη διαδικασία όπου έξι ομάδες εργασίας με συμμετοχή κυβέρνησης, ρυθμιστικών αρχών και βιομηχανίας καταρτίζουν προτάσεις με σκοπό να υποστηρίξουν τη στρατηγική του Υπουργείου Υγείας, για την ενίσχυση του φαρμακευτικού κλάδου. Τα αποτελέσματα αυτού του διαλόγου τα αναμένουμε εντός του 2026.
Με βάση τα παραπάνω παραδείγματα, τo Pharma Innovation Forum μπορεί να λειτουργήσει ως «γέφυρα» μεταξύ Πολιτείας και βιομηχανίας, αξιοποιώντας τη συλλογική τεχνογνωσία του κλάδου με τεκμηριωμένες προτάσεις που ενισχύουν τη βιωσιμότητα του συστήματος αλλά και τη σταθερή πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία. Παράλληλα, η θεσμοθέτηση ενός σταθερού, δομημένου διαλόγου μεταξύ Πολιτείας και φορέων θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω αυτή τη συνεργατική δυναμική.
Οι ασθενείς δεν είναι κόστος, δεν αποτελούν ένα νούμερο στον δημόσιο προϋπολογισμό και τους αξίζει να λάβουν την καλύτερη θεραπεία που μπορούν και χρειάζονται και να έχουν την βεβαιότητα ότι αυτό θα συμβεί και αύριο και τον επόμενο χρόνο ή δεκαετία.



