rthess.gr, 26-1-2026, Θωμάς Καραδήμος
Σε κατάσταση παρατεταμένης «ρηγμάτωσης» βρίσκεται το Εθνικό Σύστημα Υγείας, σύμφωνα με τα ευρήματα εκτεταμένης έρευνας που παρουσιάστηκαν σε εκδήλωση με τίτλο «Το ΕΣΥ σε οριακό σημείο αντοχής», η οποία πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα συνεδριάσεων της ΕΣΗΕΜΘ στη Θεσσαλονίκη.
Η εκδήλωση συνδιοργανώθηκε από το Κέντρο Έρευνας και Εκπαίδευσης στη Δημόσια Υγεία, την Πολιτική Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, σε συνεργασία με το Εteron – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή, και ανέδειξε με τεκμηριωμένα στοιχεία τις σοβαρές επιπτώσεις της χρόνιας υποχρηματοδότησης του ΕΣΥ.
Όπως δήλωσε ο Αλέξης Μπένος, Ομότιμος Καθηγητής Υγιεινής, Κοινωνικής Ιατρικής και ΠΦΥ του ΑΠΘ και διευθυντής του Κέντρου Έρευνας και Εκπαίδευσης στη Δημόσια Υγεία, η έρευνα εξετάζει την πορεία του ΕΣΥ από το 2009 έως σήμερα, αναλύοντας τη χρηματοδότηση, το ανθρώπινο δυναμικό, τη λειτουργία των νοσοκομείων και τις επιπτώσεις στην υγεία του πληθυσμού.
«Τα δεδομένα προέρχονται από την ΕΛΣΤΑΤ, τη Eurostat και το Υπουργείο Υγείας. Αυτό που κάναμε ήταν να τα αναλύσουμε και να δούμε τι πραγματικά σημαίνουν για το σύστημα και την κοινωνία», σημείωσε. Σύμφωνα με τον κ. Μπένο, το βασικό συμπέρασμα είναι η βαθιά και διαχρονική υποχρηματοδότηση του ΕΣΥ, η οποία εκτείνεται σε δύο διακριτές περιόδους: την περίοδο της οικονομικής λιτότητας (2009–2019) και την περίοδο της πανδημίας.
«Ακόμη και την περίοδο της πανδημίας, όπου θα περίμενε κανείς ενίσχυση της δημόσιας υγείας, η υποχρηματοδότηση συνεχίστηκε, παρά το γεγονός ότι είχαμε ανθρώπους να χάνουν τη ζωή τους λόγω έλλειψης κλινών», υπογράμμισε.
Όπως ανέφερε, από το 2009 έως το 2024 το ΕΣΥ στερήθηκε σωρευτικά 38 δισ. ευρώ, ποσό που θα έπρεπε να έχει λάβει εάν η χρηματοδότηση ακολουθούσε τους προ κρίσης ρυθμούς. Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής ήταν, μεταξύ άλλων, η αποψίλωση του ανθρώπινου δυναμικού, με μαζικές συνταξιοδοτήσεις χωρίς αντικατάσταση, καθώς και η αποδιάρθρωση νοσοκομειακών μονάδων, που οδήγησε σε δραματική μείωση των διαθέσιμων κλινών.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στο γεγονός ότι, παρά τη δημοσιονομική χαλάρωση και την αύξηση κατά περίπου 10% της δημόσιας χρηματοδότησης, τα δημόσια νοσοκομεία του ΕΣΥ κατέγραψαν μείωση 3%, γεγονός που όπως τόνισε,δείχνει ότι οι πόροι κατευθύνθηκαν κυρίως στην αγορά υπηρεσιών από τον ιδιωτικό τομέα.
Από την πλευρά του, ο Ηλίας Κονδύλης, Αναπληρωτής Καθηγητής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και Πολιτικής Υγείας του ΑΠΘ, χαρακτήρισε τα ευρήματα «αμείλικτα», επισημαίνοντας ότι το ΕΣΥ βρίσκεται πλέον σε οριακό σημείο αντοχής, με 14 χρόνια χρόνιας υποχρηματοδότησης, 38 δισ. ευρώ απώλειες και 10% λιγότερο προσωπικό σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο.
«Η ανάταξη του συστήματος απαιτεί άμεσα μέτρα», τόνισε, προσδιορίζοντας ως αναγκαία την αύξηση της ετήσιας χρηματοδότησης κατά 2 δισ. ευρώ, την πρόσληψη 30.000 εργαζομένων σε βάθος τετραετίας και την αύξηση κατά 5.000 των νοσοκομειακών κλινών, που αντιστοιχούν σε περίπου έξι νοσοκομεία μεγέθους «Ευαγγελισμού».
Τέλος, ο Βασίλης Πανάγος, υπεύθυνος Τύπου του Εteron, υπογράμμισε τη σημασία της έρευνας για τον δημόσιο διάλογο, σημειώνοντας ότι τα αποτελέσματά της πρέπει να αξιοποιηθούν από την κοινωνία των πολιτών, τους επαγγελματίες υγείας και τους συλλογικούς φορείς.
«Τα στοιχεία αναδεικνύουν με σαφήνεια την υποχρηματοδότηση, την έλλειψη προσωπικού και τις μεγάλες αναμονές για χειρουργεία. Είναι πρωτοφανές το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν έχει μέχρι σήμερα απαντήσει σε αυτά τα δεδομένα», ανέφερε χαρακτηριστικά.



